Φλωρεντία: Η πόλη που πάλλεται

Με αφορμή τον τελευταίο αγώνα του Βαλεντίνο Ρόσι επιλέξαμε τη Φλωρεντία ως τον επόμενο ταξιδιωτικό προορισμό μας.

Εγώ από Βαλεντίνο ξέρω μόνο τον Γκαραβάνι, αλλά κάθε ταξίδι σε όποιον προορισμό κι αν είναι με ενθουσιάζει, οπότε ήμουν “μέσα”.

Αποφασίσαμε να πάμε μία παρέα 8 ατόμων (4 ζευγάρια) με τα οποία μεν γνωριζόμαστε, κάνουμε παρέα, αλλά όλοι-όλοι μαζί δεν είχαμε ταξιδέψει ξανά στο παρελθόν κι ήταν ένα “ρίσκο”.

Ξεκινήσαμε την Πέμπτη, πετάξαμε προς Ρώμη, ενοικιάσαμε ένα βανάκι και ξεκινήσαμε το road trip προς Φλωρεντία. Παρατήρηση no1: χειρότεροι οδηγοί από τους Ιταλούς δεν υπάρχουν. Απλά στρίβουν το τιμόνι. Καμία παιδεία στην οδική ασφάλεια – οπότε οδηγείτε με τα “μάτια 24” και ψυχραιμία.

Φτάνοντας Φλωρεντία βρήκαμε αρκετά εύκολα το σπίτι που θα μας φιλοξενούσε για τις επόμενες ημέρες. Η ενοικίαση έγινε μέσω airbnb και ο οικοδεσπότης μας ο Φεντερίκο, μας υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο και κέφι να μας δώσει λεπτομέρειες. Το σπίτι είναι ένα τεράστιο οικοδόμημα, παλιό αρχοντικό του 1865, το οποίο έχει αναπαλαιωθεί. Έχει 2 μικρά διαμερίσματα στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο, όπου ήμασταν εμείς, δύο τεράστιες μεζονέτες.

Η δική μας λοιπόν, ήταν πλήρως ανακαινισμένη με 4 υπνοδωμάτια και 4+ μπάνια. Είχε ζωγραφισμένα ταβάνια, πολύχρωμα πλακάκια και ένα συνδυασμό ξύλινων επίπλων με μοντέρνα έπιπλα ικέα. Όλα καλά δηλαδή – εδω, οφείλω να πω δημόσια “ευχαριστώ” στη Δήμητρα που στριμώχτηκε στη σοφίτα για να είμαστε οι “πιο κλειστοφοβικές” άνετες.

Δείτε το σπίτι εδώ. 

Εννοείται πως, ως γνήσιοι Έλληνες bon viveur βγήκαμε να περπατήσουμε αμέσως σε αναζήτηση τροφής.

Καθίσαμε τυχαία σε μία πιτσαρία και φάγαμε τόσο μα τόσο καλή πίτσα που ενθουσιαστήκαμε! ήπιαμε κάτι μπύρες δροσερές και σχεδόν ένα μπουκάλι pinot grigio (δεν θυμάμαι ετικέτα/ποικιλλία 😉 ). Έτσι, χορτάτοι είπαμε να περπατήσουμε λίγο ακόμη μέχρι να φτάσουμε στη γέφυρα Πόντε Βέκκιο, να χωνέψουμε λιγάκι. Μμμμ… εκεί βρήκαμε παγωτατζίδικο και αυτό που ακολούθησε το λες και “ρωμαϊκό όργιο”. Ένα κυπελλάκι κόστιζε 10 ευρώ αλλά αλήθεια πάθαμε γαστριμαργικό σοκ! Πήρα, όπως πάντα, γεύση φυστίκι και ήταν, ω! θεέ μου λες και έτρωγα κανονικό φυστίκι. Εννοείται το κυπελλάκι είχε μέγεθος οικογενειακού παγωτού και κανένας – εκτός από την bride-to-be Aμάντα, δεν μπόρεσε να το φάει. Ε, μετά το παγωτό, επιστρέψαμε πανέτοιμοι για “νάνα”!

Το πρωί φρέσκοι και χαμογελαστοί αποφασίσαμε να “οργώσουμε” την πόλη.

Η πόλη λοιπόν, είναι ένα συνονθήλευμα περίεργο. Η αρχιτεκτονική της αναγεννησιακή με “καθαρότητα” στις γεωμετρικές μορφές, αυτό που όμως πραγματικά μας ενθουσίασε είναι ο παλμός της πόλης. Εμένα μου “έφερνε” Θεσσαλονίκη!

Ενθουσιαστήκαμε με την εκκλησία της Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε (Αγίας Μαρίας των Λουλουδιών), τον καθεδρικό ναό ή ντουόμο, που είναι μία τόσο επιβλητική Γοτθική κατασκευή “ντυμμένη” στο εξωτερικό της με πράσινο, λευκό και ροζ μάρμαρο.

Στα λοιπά, να αναφέρω ότι δεν είδαμε το άγαλμα του Δαυίδ ούτε επισκεφτήκαμε μουσεία, όμως προς υπεράσπισή μας αράξαμε σε μία τρομερή σαλουμερία που φάγαμε, γελάσαμε, ήπιαμε και χαλαρώσαμε! Κι αυτό αγαπημένοι μου είναι το πιο σημαντικό ζητούμενο 8 ανθρώπων που ζουν στην Αθήνα, πνίγονται και δουλεύουν/δουλεύουν/δουλεύουν σε τόσο απαιτητικούς ρυθμούς που εξαντλούνται!

Το βράδυ βγήκαμε για ποτό και περπάτημα, δηλαδή για φαγητό. λολ.

Ο “μπαμπάς” της παρέας Στράτος ο μερακλής με τ’όνομα, είχε κάνει κράτηση σε ένα super fancy – city centered εστιατόριο. Το εστιατόριο λέγεται Frescobaldi και στο δικό μου μυαλό σήμαινε, φρεσκοκουρεμένος – άσχετη πληροφορία το ξέρω. Φάγαμε ταλιατέλες με τρούφα και ήπιαμε Nipozzano (δεν φάγαμε όλοι το ίδιο φαγητό αλλά για εμένα μόνον εκείνο “υπήρχε”). Αν και την καλή/χαμογελαστή εξυπηρέτηση δεν την βρίσκεις τόσο “εύκολα”, το συγκεκριμένο εστιατόριο έπαιρνε σε όλα Α+.

Μετά το φαγητό με τη διάθεση του οίνου και τα στομαχάκια μας γεμάτα, περπατήσαμε την πόλη, περάσαμε από μέρη που δεν θυμάμαι – ναι ήπια αρκετά-  και καταλήξαμε σε ένα μαγαζί κοντά στο “σπίτι μας”. Ένα μαγαζί σε ένα πέτρινο εσωτερικό αίθριο που ήταν γεμάτο με κόσμο και το “Άπερολ” πήρε φωτιά… Ε, μετά πάλι ήταν ώρα για “νάνα”.

Την επόμενη το πρώι ο “ΜπαμπάΣτράτος” ήταν μάχιμος να μας οδηγήσει στην Τοσκάνη… Ω! Θεέ μου… Τι να σας πρωτοπώ… Η ατμόσφαιρα για εμένα μύριζε σταφύλι και κρασί, η διαδρομη ήταν πράσινη, με σπίτια όπως τα είχα δει μέσα από ταινίες και χωριά “κρεμασμένα’ στον δρόμο, σχεδόν ελληνικά. Η αίσθηση ήταν υπέροχη και η ταβέρνα που φάγαμε ήταν εξίσου χωριάτικη. Μπύρα, τρούφα και κρέας… Μεσημεριανό αλά ιταλικά. Περάσαμε και από μία λίμνη που ήπιαμε καφέ αλλά η εκεί εξυπηρέτηση ήταν τόσο χάλια που βαριέμαι να την συμπεριλάβω στη διήγηση μου.

Κυριακή ήταν ο αγώνας… Τα κορίτσια αποφασίσαμε να φάμε πρωινό σε μία πλατεία, προτού εκδράμουμε στα μαγαζιά.

Στη διάρκεια του πρωινού είχα μία οπτική εμπειρία που με συντάραξε και θέλω πολύ να τη μοιραστώ.

Ήταν δίπλα μας ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που έτρωγαν κι εκείνοι πρωινό. Ο παππούς είχε κάποια ρευματική πάθηση που εκφυλίζε τα χέρια του κι έτσι, κάθε μπουκιά ήταν ένας αγώνας. Η γιαγιά σιωπηλά και δίχως να επεμβαίνει συνέχιζε το πρωινό της και ζωηρά του έδειχνε φωτογραφίες. Φεύγοντας του “φόρεσε” την τσάντα πλάτης και τον φίλησε.

Δεν ξέρω τι άλλο να πω εκτός από το ότι αυτή την εικόνα δεν την ξεχνώ. Οι άνθρωποι είμαστε ευλογημένοι όταν έχουμε ανθρώπους που μας αγαπούν τόσο μα τόσο πολύ. Ο σεβασμός, η εγκάρδια τρυφερότητα είναι αξίες που κρατούν ένα ζευγάρι ενωμένο παρά τις δυσκολίες.

Συνεχίζω τη ροή της αναδρομής μου στο ταξίδι στη Φλωρεντία με την “αγορά”. Εγώ δεν ψώνισα καθώς όπως έχω ήδη αναφέρει κάνω επιλεκτικές αγορές (διαβάστε το σχετικό άρθρο εδώ) και η μόνη αγορά που είχα προγραμματίσει ήταν ένα κόσμημα από το υπεραγαπημένο μου alighieri.

Είναι κοσμήματα που φτιάχνονται στο Λονδίνο και υπήρχαν σε μία μόνο μπουτίκ στη Φλωρεντία, η οποία παρά το σύνηθες ωράριο των υπόλοιπων καταστημάτων, ήταν κλειστή… Κι έτσι, no jewellery for me. Αν ψάχνετε να ψωνίσετε στη Φλωρεντία θα βρείτε πολλά πολλά κοσμήματα, επώνυμα ρούχα και παπούτσια και έναν χαμό από ανθρώπους που περπατούν στα στενά. Έχει κάθε σχεδιαστή, έχει αμέτρητες επιλογές και το κυριότερο, έχει παγωτό για να δώσει ένεση ανάτασης μετά από ώρες περπατήματος.

Αφότου τελειώσαμε τα ψώνια καθίσαμε σε ένα καφέ που ήταν στέκι Φιορεντίνων και εκεί βίωσα ακόμη μία άξια αναφοράς εμπειρία.

Δύο κοπέλες, σιωπηλές έπιναν κρασί και ζωγράφιζαν. Αφότου τελείωσαν άρχισαν να συζητούν ζωηρά. Θα μου πείτε “ε, και;” Δε ξέρω… Συνταράχθηκα, μου θύμησε εποχές νεότερες που άραζες και σκεφτόσουν το μέλλον , έκανες τα δικά σου, συζητούσες με τους φίλους χωρίς ίνσταγκραμ στη μέση και “ήσουν” (ήμουν έστω) φανατική οπαδός του: “πρώτα πάμε σε βιβλιοπωλείο και μετά στο ζάρα..” – Μη με ρωτάτε τί με εμποδίζει στο να γίνω ξανά αυτή που ήμουν. Χρήζει ψυχολογικής ανάλυσης που δεν αρμόζει σε “ταξιδιωτική αναδρομή”. Θέλω όμως να σας πω, ότι είναι σημαντικό ΌΠΟΙΑ εμπειρία και αν βιώσουμε που μας στιγματίζει και μας στρέφει μακρυά από όσα θέλαμε, είναι σημαντικό να την αποδομούμε, να την αποδεχόμαστε και να ονειρευόμαστε χωρίς την ωριμότητα που επέρχεται με τον χρόνο..

Το απόγευμα συναντήσαμε τα “αγόρια” που απλώς επιβεβαίωσαν τον κανόνα: “Οι άντρες μένουν παιδιά”.

Δεν ξέρω τι κολεξιόν βγάζει αυτός ο Βαλεντίνο (αστειεύομαι), αλλά τα μάτια τους έλαμπαν σαν παιδιού. Ομολογώ ενθουσιάστηκα και ήθελα αναλυτική περιγραφή ενώ πιστέψτε με, δεν με ενδιαφέρουν καθόλου οι αγώνες με μηχανή… Με ενδιαφέρει όμως ό,τι κάνει αυτόν που αγαπώ να παίρνει ένα αθώο βλέμμα και να τρέχει η γλώσσα του ροδάνι για να μου μεταφέρει το κλίμα όπως ακριβώς το ένιωσε. Οπότε… Βαλεντίνο σε παραδέχομαι.

Η τελευταία ημέρα έφτασε και νωρίς το πρωί “χωριστήκαμε” καθώς κάθε ζευγάρι “άραξε” ξεχωριστά, προσπαθώντας να προλάβει ό,τι ήθελε… Εμείς ήπιαμε καφέ στο ποτάμι και ήταν μαγική εμπειρία γιατί όταν έρχεσαι σε επαφή με ντόπιους και αφεθείς, μπαίνεις στον δικό τους ρυθμό και για εμένα έστω, λειτουργεί ως “ένεση” πολιτισμική και με ανανεώνει.

Μετά τη βόλτα μας ανεβήκαμε στο ψηλότερο σημείο που έχει θέα όλη την πόλη, αφεθήκαμε στη μαγεία του απέραντου κόκκινου με τα κεραμίδια των σπιτιών της Φλωρεντίας μπροστά μας και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής.

Όποιος με ρωτήσει αν αξίζει να πάει στη Φλωρεντία θα του πω ΝΑΙ. Αξιζει να πας. Και αξίζει να πας με παρέα γιατί η πόλη σου δίνει την ευκαιρία να νιώσεις την ανάγκη για μία ομάδα ανθρώπων που ξέρει να συζητάει με ενδιαφέρον και με τους οποίους μπορείτε πίνοντας ένα κρασί ή ένα άπερολ να κανετε διαλόγους απίστευτα εποικοδομητικούς…

Σας φιλώ.

No Comments Yet

Leave a Reply

Your email address will not be published.